Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα summer drums. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα summer drums. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Vanilla Tears.

Αγόρι του καλοκαιριού, δυο καλοκαίρια μετά δεν είσαι πια δικό μου. Δυο καλοκαίρια μετά με κοίταξες στα μάτια και μου 'πες πως δεν πάμε πουθενά. Κι είχες δίκιο, μα είναι δύσκολη η αλήθεια, ο κάθε είδους αποχωρισμός. Είναι λες κι η συνάντησή μας βιντεοσκοπήθηκε κι έχει καταχωρηθεί στο μυαλό μου. Είναι λες και πρέπει να σε θυμάμαι έτσι, κουλουριασμένο στην καρέκλα κι αμήχανο, σαν παιδί που έσπασε το βάζο. Δεν έψαξες δικαιλογίες κι αυτό το εκτίμησα. Το γυρόφερες πολλή ώρα ώσπου να το ξεστομίσεις, είπες πως ήταν δύσκολο. Και ήταν αλήθεια, ώσπου χαμογέλασες και φύσηξε αργοσαρωνικός στο Γκάζι. Να 'σαι καλά, να με θυμάσαι κι ευχαριστώ, απλά γιατί δυο καλοκαίρια πριν με ξύπνησες.

10.8.2013

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Drumming In The Deep.

Τον είδα! Και ήταν όπως τότε. Ντυμένος χαλαρά, χαμογελούσε περισσότερο, έδειχνε να σκέφτεται πιο ώριμα. Μονάχα μύριζε και μιλούσε με τον ίδιο τρόπο, ξέρεις τι εννοώ. Απολογήθηκε ή καλύτερα παραδέχθηκε τους λάθος χειρισμούς του και μίλησε για ένα κάποιο μέλλον. Περπατήσαμε χέρι χέρι, κολυμπήσαμε στο σούρουπο κι είδαμε το ηλιοβασίλεμα στην αμμουδιά. Είχαν αέρα από το νησί οι μέρες μας.
Ρώτησε και για 'σένα, ξανά. 


γιατί το θυμήθηκε.
(kapa44.tumblr.com)

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Eternal Ramblings of a Confused Mind.

Κι όλο κάτι θέλω να γράψω, να πω για τις μέρες που πέρασα σ' εκείνη την πόλη που κοντεύω πια ν' αγαπήσω. Κι όλο κάτι γίνεται και αλλάζει η διάθεσή μου και μετά σκέφτομαι όσα έγιναν και χάνομαι. Δεν έχω πάλι ξεκάθαρη εικόνα, μου έρχεται μόνο ένα συναίσθημα ευχάριστο πολύ, νιώθω κάπως και σταματάω. Και μετά θέλω να μη σκέφτομαι για να μην ενθουσιαστώ και μετά γκρεμοτσακιστώ και δεν μπορώ γιατί η φύση μου είναι τέτοια. Και θέλω να συγκεντρώσω το μυαλό μου και δεν μπορώ γιατί όταν το φεγγάρι πέφτει από εκείνη τη γωνία σ' ένα πρόσωπο με μαγεύει και δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Γιατί όταν η πραγματικότητα ξεπερνά τις προσδοκίες μου, τρυπώνει στην κάθε μέρα μου και τη γεμίζει και την παρασύρει. Και σκέφτομαι πώς να φύγω, τώρα πια που έχω προορισμό, και τι θα γίνει αν και τι θα γίνει αν δεν. Και ξέρω ότι έτσι θα περάσουν πολλές μέρες ακόμα...

Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Oh! Those summer nights!

Δεν έχεις ούτε μια φωτογραφία. Μετά βίας θυμάσαι τα μάτια, πολύ αχνά ένα χαμόγελο. Έχει μείνει πολύ ζωντανή μονάχα η αίσθηση ενός αγγίγματος, μια ανεπαίσθητη μυρωδιά βανίλιας. Στην ουσία, είναι ένα όνειρο, κάτι που δεν είναι καν σίγουρο πως υπήρξε. Εκείνη τη μικρή στιγμή, οι αισθήσεις πήραν φωτιά, σαν να ήθελαν να καταγράψουν, να αποτυπώσουν τα πάντα. Και τώρα είναι όλα ένα κουβάρι. Ο αέρας που φυσούσε το ξημέρωμα, λέξεις ψιθυριστά στο αυτί, μια θολή εικόνα ενός προσώπου πολύ κοντά στο δικό σου, μια σφιχτή αγκαλιά και μετά εκείνο το γνώριμο κενό των στιγμών που σκέφτεσαι πως κάπως έτσι θα μπορούσες να πεθάνεις πλήρης. Αυτή η υπερβολή της στιγμής μοιάζει τόσο ρεαλιστική την ώρα που τη βιώνεις. Είναι λες και κάτι μέσα σου σε διαβεβαιώνει πως δεν θα ξαναζήσεις άλλες στιγμές ευτυχίας, πως από ‘δω και στο εξής η καταδίκη σου είναι να αναπολείς χωρίς να μπορείς να αναβιώσεις αυτό που συμβαίνει τώρα. Γι’ αυτό πρέπει να το ζήσεις ως το τέρμα, να πεθάνεις και ν’ αναστηθείς για χάρη του. Να το εξυψώσεις και να το απομυθοποιήσεις, να ξεχάσεις οτιδήποτε άλλο και να το αφήσεις να σε πάει. Κι αν είναι καταστροφή, ας είναι. Κι αν είναι μεγαλείο, ας είναι πάλι. Τι άλλο έχεις να κάνεις στη σύντομη ζωή σου από το να ρουφάς κάθε τι που σου προσφέρει; Πώς θα περνάς τους χειμώνες σου χωρίς να αναπολείς τα καλοκαίρια σου; Πώς να εκτιμήσεις κάτι, αν δεν έχεις μέτρο σύγκρισης.
(Ήταν μοναδικό κι έτσι δε συγκρίνεται με τίποτα. Υπάρχει ακόμα στο μυαλό μου και θα υπάρχει μέχρι να πέσει, υποφέρω αν δεν φέρω στα ανθρώπινα μέτρα μου αυτό που μόνη μου θεοποίησα. Και όταν το κάνω, αρχίζω πάλι απ’ την αρχή.)


Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

My Life & The Madness.

Είναι ένα κορίτσι στο μπαρ. Πίνει σφηνάκια και μιλάει με το αγόρι δίπλα της. Εκείνος πίνει τη μπύρα του και της μιλάει για τη ζωή του, είναι χαλαρός και άνετος. Τη θέλει και το δείχνει. Πηγαίνουν μια βόλτα, κάθονται στο μόλο και γράφουν τις πρώτες γραμμές της πιο όμορφης ιστορίας του καλοκαιριού. Περπατάνε χέρι χέρι, της δείχνει τους αστερισμούς, βλέπουν μαζί την ανατολή κι έπειτα την πάει σπίτι. Την άλλη μέρα φεύγει, αλλά είναι γεμάτη. Τον μυρίζει πάνω της, σκέφτεται το πρόσωπό του και τον ιδιαίτερο τρόπο ομιλίας του. Είναι μία από τις νύχτες του καλοκαιριού που δεν θα ξεχάσει.
Πολλά ναυτικά μίλια πιο πέρα, μέρες μετά, ένα κορίτσι περπατάει στο λιμάνι και καπνίζει. Το μυαλό της είναι μουδιασμένο, προσπαθεί να χωνέψει την απογοήτευση. Να καταλάβει τι έχει γίνει. Να δει πώς θα προχωρήσει. Βουρκώνει και σκέφτεται  πόσο λάθος ήταν όλα από την αρχή. Πόσο άδικοι είναι οι άνθρωποι, πόσο άδικη η ζωή. Την ανευθυνότητα, την επιπολαιότητα, τη βλακεία. Σκέψεις που τρέχουν, δάκρυα που τρέχουν, πόδια που μένουν καρφωμένα στο πάτωμα. Δεν μπορεί να μπει στο καράβι και να εξαφανιστεί κι ας είναι το μόνο που θέλει. Δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη κι ας είναι το μόνο που μένει να γίνει.
Πόσο διαφορετικά όλα, πόσο ίδιο το κορίτσι. Πόση τρέλα κουβαλάει και προσφέρει απλόχερα η ζωή.